Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Γνωρίζοντας το χωριό Παπάδες




Το 1800 επί τουρκοκρατίας υπήρχε ένα μετόχι της μονής Ξεροπόταμου στη Βόρεια Εύβοια. Εκεί εγκαταστάθηκαν σε μια περιοχή ανατολικά κοντά στη θάλασσα, δίπλα σ’ ένα ποτάμι που ονομάζεται μέχρι σήμερα ξεροπόταμος, παρότι χειμώνα καλοκαίρι τρέχει νερό. Στη Μονή αυτή, η οποία ήταν αντρική υπήρχαν πολλοί μοναχοί. Η εκκλησία της, ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Μαρτυρίες λένε ότι επί Τουρκοκρατίας στο Μαντούδι, μια κοντινή περιοχή, διοικούσε ο Αχμέτ Αγάς που ήθελε να καρπωθεί την πλούσια και την εύφορη γη των μοναχών, γνωρίζοντας ότι οι ντόπιοι λάτρευαν τη Μονή διότι ο Ηγούμενος τους βοηθούσε στα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Τότε ο Αγάς προσπάθησε με δόλο να διώξει τους μοναχούς. Έβαλε μέσα στο Ιερό έναν χωριανό που τον έντυσαν γυναίκα για να διασύρει τον Ηγούμενο και με μαρτυρίες να διώξει τελικά όλο το μοναστήρι. Ο Ηγούμενος όμως με τη βοήθεια του Θεού, τον αναγνώρισε, πήρε τον σταυρό της Μονής, εγκαταλείποντας τη και έφυγε για το Άγιο Όρος. Ο σταυρός λένε ότι είχε Τίμιο ξύλο και με τον συγκεκριμένο σταυρό ο Ηγούμενος, σταύρωνε τους χωριανούς και να είναι πάντα καλά υπό τη σκέπη του. Σήμερα ο Σταυρός με το τίμιο ξύλο βρίσκεται στη Μονή Ξηροποτάμου Αγίου Όρους. Έτσι το χωριό ονομάστηκε Παπάδες διότι όλοι στη γύρω περιοχή γνώριζαν ότι εκεί υπήρχαν πολλοί μοναχοί.
Την περίοδο 1938-1941 ζούσαν στον οικισμό Ξηροποτάμου  45 μόνιμοι κάτοικοι.
Το 1910 με τον Νόμο του Ελευθερίου Βενιζέλου περί εκκλησιαστικής περιουσίας τα χωράφια δόθηκαν στους κατοίκους του χωριού. Το χωριό Παπάδες έχει δυο όψεις, μία του πράσινου δυτικά και μία του κίτρινου λόγω του ήλιου ανατολικά το καλοκαίρι, και του λευκού και γαλάζιου από τη θάλασσα που ξεχωρίζει κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Το πλούσιο δάσος επιφέρει παραγωγή οξυγόνου και καθαρού αέρα.
Ένα χωριό, με μπαλκόνι πάνω από το  Αιγαίο και θέα αντικριστά τις Σποράδες, τα νησιά Σκιάθος και Σκόπελος. Η θάλασσα φαίνεται ότι βρίσκεται στα 100 μ κάτω από το χωριό παρόλο ότι η απόσταση είναι 12 λεπτά με το αυτοκίνητο. Αγκαλιάζεται από το πρωί με τον ήλιο που ανατέλλει μέσα από τη θάλασσα μέχρι τη δύση του. Μετά τα πρώτα σπίτια συναντάμε την εκκλησία πάνω από τον δρόμο που δεσπόζει επιβλητικά με το κυπαρίσσι αριστερά κ τον πεύκο δεξιά της, να προφυλάσσουν αγέρωχα την Κοίμηση της Θεοτόκου με την πλακόστρωτη πλατεία και τις καλλιτεχνικές δημιουργίες. Λειτουργός για πολλές δεκαετίες ήταν ο αείμνηστος πατήρ Γεώργιος Αφένδρας. Ο κεντρικός δρόμος χωρίζει το χωριό στη μέση. Πάνω από το δρόμο (στα ψηλά) και κάτω από το δρόμο (στα χαμπλά, όπως χαρακτηριστικά τα ανέφεραν οι χωριανοί), όπου υπήρχαν και υπάρχουν ακόμα σπίτια και παραδοσιακά καφενεία που θυμίζουν τα παλιά χρόνια. Στο τέλος του χωριού, στεγάζεται το δημοτικό σχολείο, το οποίο επαναλειτουργεί τα τελευταία χρόνια με λίγα παιδιά, αν σκεφτεί κανείς ότι στη δεκαετία του 1960 απαριθμούσε 90 παιδιά. Φύλακας όλου του χωριού είναι το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία (Αη Λιας), ψηλά, μέσα στις καστανιές.
Οι κάτοικοι του χωριού, σήμερα, ζουν και εργάζονται σ’ ένα τέτοιο το περιβάλλον μην ξεχνώντας το καλό που τους προσφέρει αυτή η φύση, η οποία είναι χάρισμα Θεού. Ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία λόγω του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν πεδιάδες για καλλιέργειες μεγάλων εκτάσεων. Επίσης, άλλη μία δραστηριότητα που είναι μοναδική στην Ελλάδα, είναι η παραγωγή ρητίνης από τα πεύκα. Η μελισσοκομία από την άλλη, είχε από παλιά μεγάλη έλξη λόγω της χλωρίδας που αναπτύσσεται στην περιοχή, όπως είναι το πεύκο, το ξούρι και το αυτοφυές θυμάρι. Παλαιότερα λίγοι χωριανοί είχαν ασχοληθεί με τη μελισσοκομία, με την πάροδο των χρόνων αυτό άλλαξε και σήμερα πλέον ασχολούνται επαγγελματικά πολλές οικογένειες.
Ανατολικά, κοντά στη θάλασσα υπήρχαν τα πρώτα μεταλλεία λευκόλιθου όπου εργάζονταν πολλοί χωριανοί, άνδρες και γυναίκες κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, με το ανθυγιεινό φως της ασετιλίνης και την  υγρασία της γαλαρίας. Σήμερα όλα αυτά έχουν ερημώσει.
Στη δεκαετία του 1970-80, δημιουργήθηκε μεγαλύτερο εργοστάσιο στην περιοχή κοντά στο Μαντούδι και το Μετόχι, το εργοστάσιο του Σκαλιστήρη. Πολλοί χωριανοί εργάστηκαν στον Σκαλιστήρη πάλι στα μεταλλεία, μεταφερόμενοι με τα αυτοκίνητα της εταιρείας,  Fimisco.
Παλαιοτέρα, οι κάτοικοι παρήγαγαν τα δικά τους προϊόντα σε παρά πολλά ειδή, κάτι που τους καθιστούσε αυτόνομους παρ’ όλες τις γενικότερες δυσκολίες των καιρών. Με οικόσιτα κυρίως ζώα όπως αρνιά κατσίκια, κότες και απαραίτητα ένα γουρούνι κατάφερναν να καλύπτουν όλες τις ανάγκες τους, από το λίπος έφτιαχναν σαπούνι καθώς και συντηρούσαν παστό το κρέας για να έχει διάρκεια στο χρόνο. Έτσι κατάφερναν να έχουν το κρέας τους αλλά και χειροποίητα, παραδοσιακά και νόστιμα λουκάνικα.
Σήμερα πολλοί έχουν μεταναστεύσει σε μεγαλύτερες πόλεις για καλύτερη δυνατότητα εργασίας. Μάλιστα την περίοδο του 1960, πολλοί έφυγαν για την Γερμάνια και Αμερική και όσοι επέστρεψαν συνέχισαν την παραδοσιακή εργασία. Τα τελευταία χρόνια, στα δυτικά του χωριού, μέσα στο δάσος δημιουργήθηκε το Δασικό Χωριό Παπάδων. Ένας χώρος εναλλακτικός για τουρισμό, που έχει την δυνατότητα να προσφέρει εξορμήσεις στις φυσικές ομορφιές του βουνού και του δάσους αλλά και μπάνια το καλοκαίρι στη θάλασσα που είναι πολύ κοντά. 
Τολμήσαμε να παραθέσουμε την ιστορία του χωριού, την οποία αρχικά είχε ξεκίνησε ο  Κων/νος  Γεωργίου του Δημ., ο οποίος όμως δυστυχώς δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει. Είμαστε ανοιχτοί σε οποιαδήποτε συμπλήρωση σε ότι αφορά το χωριό για να μη σβήσει αυτή προσπάθεια στο ξεκίνημα της.
Γιάννης Αναγνώστου, Χίος
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου